Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Τα 159 ρήγματα σε όλη την Ελλάδα



H Ελλάδα είναι για την παγκόσμια σεισμολογία ένα από τα καλύτερα φυσικά εργαστήρια. Ολα όσα θέλει ένας επιστήμονας για να πραγματοποιήσει τα εργαστηριακά πειράματά του, τα βρίσκει και με το παραπάνω στο Αιγαίο.

Η φύση «προίκισε» το ελληνικό έδαφος με γεωλογικά φαινόμενα σχετιζόμενα με τους σεισμούς, που παρόμοια σπάνια βρίσκει κάποιος σε τόσο περιορισμένο χώρο σε άλλη γωνιά του πλανήτη και σίγουρα πουθενά στην Ευρώπη και στην ευρωπαϊκή Ασία. Κάθε δεκαοκτώ ημέρες στον ελληνικό χώρο και στις γύρω περιοχές γίνεται ένας σεισμός 5 Ρίχτερ ή μεγαλύτερος, ανά δύο μήνες ένας σεισμός 5,5 Ρίχτερ ή μεγαλύτερος, ένας μεγέθους 6,3 Ρίχτερ ετησίως και ένας μεγέθους 8 Ρίχτερ ανά μισόν αιώνα! Μια αδυσώπητη πάλη διεξάγεται εκατομμύρια χρόνια τώρα στο φλοιό της γης, κάτω από τον ελληνικό χώρο, «χορεύοντας» συχνά την επιφάνειά του στους ρυθμούς των καταστροφικών Ρίχτερ.


Συγκρούονται εκεί διαρκώς μεταξύ τους δυο μεγάλες λιθοσφαιρικές πλάκες, η ευρωπαϊκή και η αφρικανική, πιέζοντας το Αιγαίο, το οποίο παραμορφώνεται -κατά την εκλαϊκευμένη εκδοχή των σεισμολόγων «σχίζεται σαν χαρτοπετσέτα»- και κινείται με ταχύτητα ενός εκατοστού το χρόνο προς την Αφρική, που όμως και αυτή ανηφορίζει προς την Ευρώπη.

Η συνάντηση των πλακών

Κάποια στιγμή, σε μερικά εκατομμύρια χρόνια, λένε οι επιστήμονες, οι δυο λιθοσφαιρικές πλάκες θα συναντηθούν μεταξύ τους και τότε θα μπορεί κάποιος να πηγαίνει οδικώς από την Αθήνα στο... Κάιρο ή από τη Σμύρνη στην Τρίπολη της Λιβύης, αφού η Μεσόγειος Θάλασσα δεν θα υπάρχει πια.

Για την ώρα, πάντως, αυτή η φοβερή υπόγεια σύγκρουση γίνεται ιδιαιτέρως αισθητή, συχνά με δραματικό τρόπο, από τους ισχυρούς σεισμούς που πλήττουν την περιοχή. Καταστρεπτικοί σεισμοί προερχόμενοι από το πεδίο σύγκρουσης των λιθοσφαιρικών πλακών, το Αιγαίο δηλαδή, αφάνισαν πόλεις και χωριά, πολιτισμούς ολόκληρους στο παρελθόν στη λεκάνη της νοτιοανατολικής Μεσογείου και στην Αδριατική και απειλούν μελλοντικά την περιοχή.

Μια επιστημονική ομάδα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αποτελούμενη από τους κ. B. Παπαζάχο, ομότιμο καθηγητή Γεωφυσικής, Δ. Μπουντράκη, καθηγητή Γεωλογίας, Γ. Καρακαΐση, αν. καθηγητή Γεωλογίας, K. Παπαζάχο, επ. καθηγητή Φυσικής-Γεωλογίας, M. Τρανό και A. Σαβαΐδη, γεωλόγους-ερευνητές, εντόπισε τα ρήγματα που προκάλεσαν τους ισχυρότερους σεισμούς στην Ελλάδα και την γύρω περιοχή εδω και δυόμισι χιλιάδες χρόνια και στα οποία, όπως υποστηρίζουν, θα γίνουν και οι μεγάλοι σεισμοί στα επόμενα δύο χιλιάδες χρόνια!

570 ισχυροί σεισμοί

Ο αριθμός των ρηγμάτων ανέρχεται σε εκατόν πενήντα εννέα και οι επιστήμονες απέδειξαν ότι αυτά έδωσαν τους πεντακόσιους εβδομήντα διαπιστωμένους ισχυρότερους σεισμούς, πάνω από έξι βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, από τον 5ο αιώνα π.Χ. έως σήμερα.

Το μεγαλύτερο εξ αυτών είναι το ρήγμα της Ελαφονήσου, νοτιοδυτικά της Κρήτης, μήκους 200 χιλιομέτρων, το οποίο έδωσε τον μεγαλύτερο σεισμό της Μεσογείου, το 365 μ.Χ., μεγέθους 8,2 Ρίχτερ, προκαλώντας τρομακτικές ζημιές έως την Τουρκία και την Αφρική, και ακολουθεί αυτό του Καστελλόριζου, μήκους 130 χιλιομέτρων, στο οποίο προκλήθηκε το 1303 μ.Χ. σεισμός 8 Ρίχτερ και σκότωσε, σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες, 4.000 ανθρώπους.

Ο χάρτης των ρηγμάτων, τον οποίο δημοσεύει σήμερα η «K», πρόκειται να παρουσιαστεί στο 2ο Συνέδριο Αντισεισμικής Μηχανικής και Τεχνικής Σεισμολογίας, που θα διεξαχθεί στη Θεσσαλονίκη στο διάστημα 28-30 Νοεμβρίου και η συμβολή του είναι τεράστια στην αντισεισμική θωράκιση της χώρας, καθώς και στην όλη προσπάθεια των επιστημόνων για την πρόγνωση των σεισμών.

Με το αποτέλεσμα της επιστημονικής αυτής έρευνας, ο χάρτης σεισμικής επικινδυνότητας γίνεται πλέον πιο συγκεκριμένος. Ορίζονται με μεγαλύτερη ακρίβεια οι πηγές του σεισμικού κινδύνου, έρχονται δηλαδή στις φυσικές τους διαστάσεις, που είναι τα ρήγματα, σε αντίθεση με παλαιότερα που τοποθετούνταν σε μεγαλύτερες εκτάσεις, τις σεισμικές ζώνες.

Τα μέτρα προστασίας

Τώρα, οι επιστήμονες και οι επιφορτισμένοι με την οργάνωση της αντισεισμικής άμυνας φορείς ξέρουν από πού ακριβώς προέρχονται οι κίνδυνοι γένεσης ενός μεγάλου σεισμού και μπορούν να αυξήσουν τα μέτρα προστασίας της περιοχής.

Ο αντισεισμικός κανονισμός, στηριζόμενος σε αυτόν τον χάρτη, καθίσταται πιο αξιόπιστος και αποτελεσματικός. «Εκτός των άλλων, δίνουμε τροφή για σκέψη στην επιστήμη», ανέφερε ο κ. Γ. Καρακαΐσης.

Πώς ξέρουν όμως οι επιστήμονες πού και πότε έγιναν οι μεγάλοι σεισμοί στην αρχαιότητα και τι μέγεθος είχαν από τη στιγμή που η ενόργανη καταγραφή τους στην Ελλάδα δεν ξεκίνησε παρά μόνον στις αρχές του περασμένου αιώνα και λίγο νωρίτερα στη Δύση;

«Γνωρίζουμε στοιχεία από τις ζημιές που προκάλεσαν οι σεισμοί και οι οποίες προκύπτουν από καταγεγραμμένες ιστορικές μαρτυρίες, υπάρχουν εκπληκτικά λεπτομερείς περιγραφές», εξήγησε ο κ. Κώστας Παπαζάχος.

Οι μεγαλύτεροι σεισμοί στην ελληνική ιστορία

«Μεγάλος σεισμός έγινε τη νύχτα της 21ης Ιουλίου σ' όλη τη Γη», αναφέρει ο ιστορικός Θεοφάνης για τον μεγαλύτερο σεισμό της Μεσογείου, μεγέθους 8,2 Ρίχτερ που έγινε το 365 μ.Χ. στο ρήγμα της Ελαφονήσου.

«Στην Αλεξάνδρεια, το θαλάσσιο κύμα σήκωσε τόσο ψηλά τα πλοία που ήταν προσορμισμένα στο λιμάνι, ώστε έφτασαν στις ψηλές οικοδομές και τα τείχη και έπεσαν μέσα στις αυλές και στα δωμάτια. Κατόπιν υπαναχώρησε η θάλασσα και έμειναν στην ξηρά. Οι κάτοικοι έτρεξαν για να κάνουν πλιάτσικο, να αρπάξουν τα φορτία των πλοίων, αλλά το θαλάσσιο κύμα επανήλθε και τους έπνιξε όλους. Αλλοι ναυτικοί διηγούνται ότι την ημέρα εκείνη και ενώ βρίσκονταν στο μέσο της Αδριατικής, ξαφνικά κάθισε το πλοίο στον πυθμένα της θάλασσας και ύστερα από κάμποση ώρα επανήλθε το νερό και έτσι επέπλευσαν».

Ο Κεδρηνός προσθέτει ότι το κύμα υποχώρησε στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας και τα πλοία έμειναν στην ξηρά. «Ετρεξε τότε περίεργο πλήθος να δει το παράδοξο θέαμα, αλλά το κύμα επανήλθε και καταποντίστηκαν πέντε χιλιάδες άνθρωποι. Σε Κρήτη, Αχαΐα, Βοιωτία, Ηπειρο και Σικελία πολλά μέρη χάθηκαν επειδή η θάλασσα ανέβηκε και τα πλημμύρισε. Πλοία εκσφενδονίστηκαν πάνω στα βουνά μέχρι και εκατό στάδια».

Ενας άλλος ιστορικός, ο Χιώτης, αναφέρει ότι «οι κορυφές του Ταϋγέτου ράγισαν, ο ναός του Δία στην Ολυμπία γκρεμίστηκε, το ίδιο και κτίρια, τείχη, οχυρώματα και στήλες», ενώ, επικαλούμενος τον παλαιότερο ιστορικό Γίββωνα, γράφει ότι «σείστηκε το μεγαλύτερο μέρος του ρωμαϊκού κόσμου και τα μεγάλα κύματα κατέπνιξαν τους κατοίκους στα παράλια της Δαλματίας, της Ελλάδας και της Αιγύπτου».

Στις 7 Οκτωβρίου του 1650, ισχυρός σεισμός μεγέθους 6,8 Ρίχτερ, στη Σαντορίνη, για τον οποίο υπάρχουν μαρτυρίες των ιστορικών Perry, Mallet, Siemberg, Αντωνόπουλου και Βέη.

«Οι δονήσεις άρχισαν το 1649 και συνοδεύονταν από πρωτοφανή άνοδο της θερμοκρασίας. Στις 14 Σεπτεμβρίου άρχισαν νέες δονήσεις μέχρι το τέλος του μηνός και κορυφώθηκαν μεταξύ 27 και 29 Σεπτεμβρίου, οπότε έγινε και η πιο βίαιη», αναφέρεται.

«Συνοδεύονταν από υπόγεια ηφαιστειακή έκρηξη με μεγάλη ποσότητα σποδού που μόλις έφτανε στην επιφάνεια του νερού. Σχηματίστηκε νησίδα με κρατήρα από όπου εκσφενδονίζονταν πελώριοι πυρακτωμένοι λίθοι, άφθονο πυροκλαστικό υλικό και κυρίως ηφαιστειακή σποδός. H ηφαιστειακή τέφρα μεταφέρθηκε μέχρι τη Μικρά Ασία όπου κάλυψε τα φύλλα των δένδρων με ένα λεπτό στρώμα. Από τα δηλητηριώδη αέρια πέθαναν σαράντα χωρικοί και πολλά ζώα και πτηνά. Αρκετά κατοικίδια ζώα έχασαν το φως τους για 8-9 μέρες. Ενα πλοίο που παρέπλεε το ακρωτήρι Κολούμπο ακινητοποιήθηκε από την ελαφρόπετρα που έπλεε και το εννεαμελές πλήρωμά του βρήκε τραγικό θάνατο. Το θαλάσσιο κύμα που δημιουργήθηκε έφτασε τα 30 μέτρα στη δυτική ακτή της Πάτμου. Στη Σίκινο, η θάλασσα υποχώρησε 180 μέτρα. Στη Σαντορίνη, καταστράφηκαν σπίτια και σε περισσότερα από 200 κατέρρευσαν οι θολωτές στέγες. H δόνηση έγινε αισθητή μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Στις 6 Οκτωβρίου η έκρηξη άρχισε να ελαττώνεται. Στις 4 Νοεμβρίου παρατηρήθηκε νέα έξοδος καπνού, ενώ στις 6 Δεκεμβρίου έρχισε η αποκατάσταση της ησυχίας. Εγινε κατάδυση της ηφαιστειογενούς νησίδας και στη θέση της παρέμεινε από τότε ο ύφαλος σε βάθος 18 μέτρων που ονομάστηκε Κολούμπος».

Αλλαξαν οι ζώνες επικινδυνότητας

Ο νέος χάρτης αντισεισμικής επικινδυνότητας εκπονείται από τους επιστήμονες τεσσάρων σεισμολογικών φορέων και πρόκειται να ενσωματωθεί στον αντισειμικό κανονισμό, ο οποίος εφαρμόζεται από τις αρχές του 2000. Εως τώρα η Ελλάδα ήταν χωρισμένη σε τέσσερις ζώνες σεισμικής επικινδυνότητα, οι οποίες είχαν συνταχθεί το 1989 και συμπυκνώθηκαν στον αντισεισμικό κανονισμό που ισχύει έως και σήμερα.

Ωστόσο, στα δώδεκα χρόνια που κύλησαν από το 1989 και εντεύθεν προέκυψαν νέα στοιχεία και περισσότερες εμπειρίες γύρω από τη σεισμική δράση στην Ελλάδα.

Εγιναν μεγάλοι σεισμοί, όπως αυτός της Κοζάνης και των Γρεβενών, ή και μικρότεροι πλην όμως καταστρεπτικοί, όπως εκείνος της Αθήνας, οι οποίοι ανέτρεψαν δεδομένες συμπεριφορές κυρίως των μεγάλων οικιστικών συμπλεγμάτων και πάντως συσσώρευσαν νέες γνώσεις στο επιστημονικό επίπεδο.

Με βάση αυτές τις γνώσεις και την εμπειρία, όπως ανέφερε στην «K» ο πρόεδρος του ΟΑΣΑΠ κ. Βασίλης Ανδρικάκης, συντάσσεται ο καινούργιος χάρτης σεισμικής επικινδυνότητας.

Κόβεται το νήμα ... από εδώ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου